Γιατί δυσκολευόμαστε τόσο να πούμε «όχι»;
Ένα «όχι» μπορεί να είναι μόνο λίγα γράμματα, αλλά για πολλούς ανθρώπους είναι από τις πιο δύσκολες λέξεις.
Μπορεί να φοβόμαστε ότι θα στενοχωρήσουμε κάποιον, ότι θα παρεξηγηθούμε ή ότι θα θεωρηθούμε εγωιστές. Έτσι, λέμε «ναι» ενώ μέσα μας θέλουμε να πούμε «όχι».
Όταν το «ναι» δεν είναι πραγματικά επιλογή
Μερικές φορές έχουμε μάθει να βάζουμε τις ανάγκες των άλλων πάνω από τις δικές μας. Να είμαστε διαθέσιμοι, να βοηθάμε, να μην απογοητεύουμε.
Και κάπως έτσι μπορεί να βρεθούμε να αναλαμβάνουμε περισσότερα απ’ όσα μπορούμε, να κουραζόμαστε ή ακόμα και να θυμώνουμε — όχι απαραίτητα με τους άλλους, αλλά με τον εαυτό μας που δεν μπόρεσε να πει αυτό που πραγματικά ήθελε.
Το «όχι» δεν σημαίνει ότι δεν νοιάζομαι
Μπορώ να αγαπώ έναν άνθρωπο και να μην μπορώ να κάνω αυτό που μου ζητά.
Μπορώ να νοιάζομαι και ταυτόχρονα να χρειάζομαι χρόνο για τον εαυτό μου.
Μπορώ να είμαι διαθέσιμος κάποιες φορές και άλλες όχι.
Το να βάζουμε όρια δεν σημαίνει ότι απομακρυνόμαστε από τους ανθρώπους. Σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε πως κι εμείς έχουμε ανάγκες, όρια και επιλογές.
Και οι ενοχές;
Ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι δεν είναι να πούμε «όχι», αλλά να αντέξουμε αυτό που νιώθουμε μετά.
Μπορεί να έρθει η σκέψη:
«Μήπως έπρεπε να το κάνω;»
«Μήπως τον στενοχώρησα;»
«Μήπως είμαι εγωιστής;»
Οι ενοχές όμως δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι κάναμε κάτι λάθος. Μερικές φορές σημαίνουν απλώς ότι κάνουμε κάτι διαφορετικό από αυτό που έχουμε συνηθίσει.
Το να μάθουμε να λέμε «όχι» δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι μια διαδικασία κατά την οποία μαθαίνουμε να ακούμε περισσότερο τον εαυτό μας και να αναγνωρίζουμε τι μπορούμε και τι θέλουμε πραγματικά να δώσουμε.
Και ίσως ένα «όχι» προς κάτι που δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε να κάνουμε, να είναι τελικά ένα «ναι» προς τον εαυτό μας.
Δεν χρειάζεται να δικαιολογούμε κάθε μας όριο. Έχουμε δικαίωμα να επιλέγουμε.

